Ανδρέας Μανωλακάκης: «Όσο πιο μικρός σε ηλικία είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο αγνά είναι τα ερεθίσματα που παίρνει από ένα εικαστικό έργο»

Ανδρέας Μανωλακάκης: «Όσο πιο μικρός σε ηλικία είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο αγνά είναι τα ερεθίσματα που παίρνει από ένα εικαστικό έργο»

Η νέα γενιά Μεσσήνιων καλλιτεχνών είναι εδώ κι έχει κάτι πολύ ενδιαφέρον να πει

Σύμφωνα με το Γάλλο ζωγράφο και χαράκτη Εντγκάρ Ντεγκά, «η τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που κάνεις τους άλλους να δουν».

Για τον Ανδρέα Μανωλακάκη, που ανήκει στη νέα γενιά Μεσσήνιων καλλιτεχνών, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η πιο αγνή ματιά, η οποία μέσα από τα έργα του θα καταφέρει να δημιουργήσει έναν πιο δημιουργικό διάλογο ανάμεσα στο κοινό και τον καλλιτέχνη.

Με αφορμή το εγχείρημά του για δημιουργία ενός Εικαστικού Εργαστηρίου, το οποίο λειτουργεί κατά κύριο λόγο συμβουλευτικά για όσους ενδιαφέρονται να εισαχθούν στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά και προκειμένου να τον γνωρίσουμε καλύτερα, το «Θ» μίλησε μαζί του και σας τον παρουσιάζει.

Ο λόγος στον ίδιο:

-Πώς ξεκινά η ενασχόλησή σου με τη ζωγραφική;

Ξεκίνησε από τα παιδικά-βρεφικά μου χρόνια, κυρίως λόγω του πατέρα μου, ο οποίος είναι κι ο ίδιος ζωγράφος και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών. Γιος κι αυτός ζωγράφου, με αποτέλεσμα να είμαι ζωγράφος τρίτης γενιάς. Αυτή η συνθήκη δεν προέκυψε έπειτα από ιδιαίτερη προτροπή. Ωστόσο, τόσο εγώ όσο και τα αδέλφια μου μεγαλώσαμε μέσα σε ένα καλλιτεχνικό κλίμα, οπότε μου ήρθε πολύ φυσικά να πάρω απόφαση και να ακολουθήσω αυτή την πορεία.

Τώρα, από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έπαιζα με τα πινέλα από πολύ μικρός, ζωγράφιζα, μιας και το βίωνα τότε περισσότερο σαν παιχνίδι. Ό,τι έβλεπα, το αντέγραφα.

-Άρα η εισαγωγή σου στη Σχολή Καλών Τεχνών ήταν μια φυσική συνέχεια της διαδρομής σου ή θέλησες να «χτίσεις» τη μετέπειτα καριέρα σου σε αυτή τη βάση;

Το έλεγα από μικρός, από το Δημοτικό, ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό τον τομέα, χωρίς όμως να είμαι συνειδητοποιημένος για το τι επιφέρει αυτό, ούτε σαν διαδικασία προετοιμασίας ούτε σαν οικονομική-επαγγελματική εξασφάλιση. Απλά με γοήτευε η ενασχόληση με την τέχνη και ειδικά με τη ζωγραφική!

Στο Λύκειο πήρα την απόφαση ότι θα σταματήσω να ασχολούμαι με τα φροντιστήρια και με το σχολείο, στο βαθμό που το έκανα μέχρι τότε τουλάχιστον. Ήμουν άριστος μαθητής, όμως πήρα αυτή την απόφαση, μιας και δεν ήθελα να αναλώνομαι σε κάτι που με παρεκτρέπει από τους στόχους μου. Παράλληλα, είχα το χώρο από τον πατέρα μου να δουλέψω. Με καθοδήγησε κιόλας μέχρι ενός συγκεκριμένου σημείου, μιας και δεν ήθελε να με επηρεάσει στην απόφασή μου επαγγελματικά, ούτε για τις σπουδές, ούτε ως οπτική ματιά γύρω από τη ζωγραφική. Μου έδινε μόνο μια καθαρά αντικειμενική ματιά, η οποία είναι η μόνη αλήθεια. Από εκεί και πέρα, βαρύτητα έχει το προσωπικό γούστο του καθενός ή η τεχνοτροπία που ακολουθεί.

-Πόσα χρόνια ασκείς της τέχνη της ζωγραφικής επαγγελματικά;

Αποφοίτησα το 2017, και έκτοτε δούλεψα σε πολιτιστικούς χώρους, σε σχολεία, είτε με συνεργασίες, είτε με καθηγητές, είτε με δασκάλους, στα Εκπαιδευτήρια Μπουγά, στην Καλαμάτα, στη Μεσσήνη και στη Θεσσαλονίκη που φοίτησα. Γενικά, μου αρέσει και το διδακτικό κομμάτι πάρα πολύ, κυρίως γιατί νιώθω κοντά σε αυτή τη διαδικασία των εξετάσεων. Όταν κλήθηκα να εξεταστώ για την Καλών Τεχνών το 2012, δεν είχα κάποιον με τόσο άμεση επαφή με τις εξετάσεις για να μου πει αυτά που ήθελα να ακούσω εκείνη τη στιγμή και τα οποία βρήκα στην πορεία, μιας και ο πατέρας μου ήταν στη σχολή το 1985, οπότε υπήρχε ένα χρονικό χάσμα.

Έτσι, νιώθω ωραία να μοιράζομαι αυτή τη διαδικασία με άτομα που θέλουν να ασχοληθούν με τη Σχολή Καλών Τεχνών.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για μια σχολή εντελώς ξεχωριστή από τις πανελλήνιες, αφού έχει δικές της εξετάσεις. Γενικά στην Ελλάδα δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση.

Σήμερα κάποιος μπορεί να εισαχθεί στη σχολή και χωρίς να εξεταστεί πανελλαδικά, κάτι το οποίο νομίζω ότι δε γνωρίζουν πολλοί από τους μαθητές.

Άλλωστε, ο λόγος που άνοιξα το εργαστήρι στην Καλαμάτα είναι επειδή ένιωθα ότι έλειπε από την πόλη αυτό το κομμάτι της προετοιμασίας. Είναι μια δύσκολη σχολή η Καλών Τεχνών και είναι ψυχολογικά μια «διαμάχη» με τον εαυτό σου, με τους καθηγητές, με το περιβάλλον σου, γιατί είναι απαιτητικό.

-Όπως ανέφερες, σπούδασες στη Θεσσαλονίκη. Ήταν εύκολη επιλογή η επιστροφή στην Καλαμάτα; Θεωρείς ότι η πόλη είναι φιλική σε αυτόν τον τομέα;

Μετά την αποφοίτησή μου από τη σχολή δούλεψα για ένα χρόνο πάνω στον εκπαιδευτικό τομέα και έκανα τη στρατιωτική μου θητεία, κάνοντας παράλληλα αιτήσεις για μεταπτυχιακά. Το 2020, που τελείωσα πια τη στρατιωτική θητεία, ήρθε η καραντίνα, οπότε αναγκαστικά κάπως, έμεινα στην Καλαμάτα εκείνη την περίοδο. Ήθελα να γυρίσω, ίσως, όμως, όχι για τόσο πολύ όσο έχω μείνει τελικά.

Πριν από αυτό, το 2018, έκανα την πρώτη ατομική μου έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, αφού ήθελα την επαφή με τον κόσμο. Γυρνώντας πίσω στην πόλη μου μετά τις σπουδές, ήθελα να έχω επαφή με τον κόσμο που με γνώριζε ως τότε αλλιώς, και ίσως να με ήξερε ως παιδί. Γύρισα, λοιπόν, τότε για να «πω» κάτι πιο ώριμο μέσα από τα έργα μου, κάτι δικό μου, και να το μοιραστώ με αυτό τον κόσμο, είτε ήταν του εικαστικού κύκλου, είτε τον απαίδευτο κόσμο γύρω από το κομμάτι της τέχνης και της αισθητικής.

Για εμένα, άλλωστε, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο μια πιο αγνή ματιά, η οποία να μπορεί να εκφέρει μια γνώμη πάνω σε αυτό που κάνω. Να έχουμε κι έναν παραγωγικό διάλογο με κάποιον που δεν είναι ζωγράφος ούτε φωτογράφος, και γενικά δεν έχει καμία ιδέα πάνω στο αντικείμενο.

Θεωρώ ότι όσο πιο μικρός σε ηλικία είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο αγνά είναι τα ερεθίσματα που παίρνει από ένα έργο. Δηλαδή, κάποιος που μπορεί να βλέπει σε ένα έργο ένα κομμάτι πανί, αυτό για ένα παιδί μπορεί να μεταφράζεται ως ένα παράθυρο για έναν άλλο κόσμο.

Για να επιστρέψω στο ερώτημα, η Καλαμάτα ως περιβάλλον τοπογραφικά είναι πανέμορφη. Είναι μια τέλεια πόλη, δηλαδή για μένα ως καλλιτέχνη, κι επειδή νιώθω φυσιολάτρης, μου φαίνεται ειδυλλιακή! Από εκεί και πέρα, το κοινωνικό περιβάλλον είναι πολύ δύσκολο, αφού τα πράγματα μέχρι και με συναδέλφους είναι πολύ σφιχτά. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τόσο ευγενής άμιλλα μεταξύ μας. Πιστεύω ότι ο καθένας κοιτάει να κάνει κάτι για τον εαυτό του παρά να βοηθήσει τη γενικότερη κατάσταση για όποιον θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη ή για όποιον θέλει να κάνει μια έκθεση ατομική ή ομαδική. Στα εικαστικά είναι κιόλας πιο δύσκολο το περιβάλλον, μιας και είναι ατομική δουλειά, κι έτσι είναι πιο δύσκολο να συσπειρωθούν κάποιοι εικαστικοί καλλιτέχνες για να κάνουν κάτι προς όφελος όλων.

Σε τοπικό επίπεδο, θεωρώ ότι πολλές από τις εκδηλώσεις που γίνονται είναι περισσότερο για το «φαίνεσθαι» παρά για την ουσία του πράγματος. Είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι η πόλη δεν αξιοποιεί τους καλλιτέχνες που διαθέτει, τόσο ιστορικά όσο και τους εν ζωή. Δεν πρέπει κάποιος να φτάσει να πεθάνει για να του δώσουν αξία. Ας πούμε, για παράδειγμα, γιατί να μην υπάρχει κάτι αντίστοιχο του Φεστιβάλ Χορού που να αφορά στον εικαστικό τομέα;

Είναι οξύμωρο για εμένα ότι στο μουσείο της κας Καρέλια έγινε πρόσφατα μια έκθεση χαρακτικής του Α. Τάσσου, και η Πινακοθήκη που φέρει το όνομά του, στο Ιστορικό Κέντρο της πόλης, παραμένει κλειστή! Ακόμα, είναι κρίμα ότι μέχρι και στην Art Athina κάνουν θέμα τον Α. Τάσσο και εμείς ως Μεσσήνιοι δε μαθαίνουμε τίποτε. Άνθρωποι του χώρου βλέπουν όλα αυτά και τα επισημαίνουν, όμως χωρίς απήχηση προς τους διοικούντες…

-Από ποιους ζωγράφους και ποια ρεύματα επηρεάζεσαι καλλιτεχνικά;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω κάποια σταθερή πορεία για να πω ότι είναι ένας συγκεκριμένος καλλιτέχνης που μου αρέσει και τέλος. Υπάρχουν ζωγράφοι που μου αρέσουν κάθετα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι με επηρεάζουν και στη δουλειά μου. Μου αρέσει ό,τι οδήγησε στον εξπρεσιονισμό, δηλαδή ο Γκοντιέμ, ο Βαν Γκόγκ, οι Γάλλοι αντίστοιχα, ο Μανέ, ο Μονέ, δηλαδή παίρνω στοιχεία είτε σχεδιαστικά είτε τεχνικά, την πινελιά, τη σύνθεση. Το μεταφράζω στα δικά μου ερεθίσματα, αφού πάντα ξεκινώ να ζωγραφίζω από μια παρατήρηση δική μου και αυτό μπορεί να εξαπλωθεί, προσπαθώντας να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα γύρω από τη βασική ιδέα.

-Υπάρχουν κάποιες καλλιτεχνικές «κορυφές» τις οποίες θα ήθελες να κατακτήσεις στο πέρασμα των χρόνων;

Μία από αυτές είναι αυτό το Εικαστικό Εργαστήρι, το οποίο έχει και ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για μένα, μιας κι εδώ ήταν το πατρικό του πατέρα μου. Η γιαγιά μου είχε αυτό το σπίτι, η Βαβαλέα Κωνσταντίνα, η οποία ήταν λυκειάρχης-φιλόλογος εδώ στην Καλαμάτα και στη Μάνη, από όπου είχε καταγωγή. Το είχε όνειρο, λοιπόν, αυτός ο χώρος να γίνει εκθεσιακός και εργαστηριακός, γιατί σε αυτόν γνώρισε μέσω της ζωγραφικής τον παππού μου, κάτι το οποίο ήταν μια διέξοδος και για τους δύο, αφού ήταν κάτι απίθανο εκείνη την εποχή η γνωριμία τους. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο εκπληρώνεται σήμερα κι ένα μέρος της επιθυμίας της.

Η αλήθεια είναι ότι, παρότι προχώρησα στη δημιουργία του χώρου και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό, δεν ήθελα να γίνει αυτή τη χρονική στιγμή, αφού νιώθω κατά κάποιον τρόπο σαν να «ρίχνω άγκυρα», κάτι το οποίο με τρομάζει λίγο!

Ιδανικά θα ήθελα να προχωρήσω σε αυτό το βήμα έχοντας νωρίτερα εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στις ακαδημαϊκές μου γνώσεις, μιας και γενικά ο κόσμος είναι δύσπιστος ως πελάτης, ως μαθητής, ως συνεργάτης. Άρα, αυτό που θέλω για τη συνέχεια είναι να αναπτυχθώ περισσότερο ακαδημαϊκά, ώστε να κατοχυρώσω κάποια πράγματα.

-Θα σε έβλεπες μελλοντικά σε μια κοινή έκθεση με τον πατέρα σου;

Το καλοκαίρι που πέρασε, πριν από έναν χρόνο, κάναμε μια ομαδική έκθεση στη Μάνη. Εκθέσαμε μαζί και ήταν ένα σημείο αναφοράς για εμάς. Το ζητούμενο για μένα θα ήταν να μπορέσουμε να εντάξουμε και έργα του παππού σε αυτή τη συνεργασία. Δηλαδή, εγώ είδα τον πατέρα μου ότι γυρνώντας από τη σχολή είχε μια μεγάλη ζέση και περιέργεια γι’ αυτό που προέκυπτε σε εμένα, μιας και εκείνη την περίοδο κολυμπούσα σε αχαρτογράφητα νερά ακόμα. Ο πατέρας μου έπαιρνε στοιχεία, μιας και αποτελούσε μια διαφορετική ματιά σε όλο αυτό, κάτι το οποίο με βοήθησε, γιατί στη δουλειά μας είναι πολύ σημαντικό να έχουμε επαφή και με άλλους καλλιτέχνες. Παρότι έχουμε και οι δύο μας τη δική του «γλώσσα» πάνω στη δουλειά, λόγω των ερεθισμάτων και των βιωμάτων από την εποχή και το περιβάλλον μας, όπως αντίστοιχα συνέβη και με τον παππού, ωστόσο ο καθένας έχει ψάξει τα δικά του στοιχεία κι έτσι έχει διαμορφωθεί καλλιτεχνικά.

-Γενικά επικρατεί η άποψη ότι σε δύσκολες περιόδους οι τέχνες «ανθούν». Θεωρείς ότι η σημερινή εποχή ευνοεί την ανάπτυξη των τεχνών;

Προσωπικά με βοήθησε πολύ η περίοδος της καραντίνας. Γενικά, επειδή δεν υπάρχει στη σημερινή εποχή ήρεμος ρυθμός, ήταν μια ευκαιρία να κάνω τα πράγματα που δεν πρόφταινα να κάνω τον προηγούμενο καιρό. Επειδή ακριβώς η πανδημία με πέτυχε μετά το στρατό, μου είχαν λείψει προσωπικά μου πράγματα, όπως είναι η μουσική, με την οποία ασχολούμαι επίσης. Οπότε είχα χρόνο να αφοσιωθώ στη δουλειά μου και σε άλλα ενδιαφέροντά μου. Δηλαδή, έχω πολλά έργα από εκείνη την περίοδο που κάποτε πρέπει να εκτεθούν. Άρα, σε προσωπικό επίπεδο με βοήθησε, γιατί είχα χρόνο για εμένα.

Κατά τα άλλα, ο γρήγορος ρυθμός δε νομίζω ότι βοηθάει. Εγώ, δηλαδή, δεν έχω χρόνο να δουλέψω, τρώω από τα πρωινά και από τα βράδια μου για να δουλέψω, γιατί χρειάζεται και μια ηρεμία. Εδώ, όταν δουλεύω, έχω πολλές φορές κι άλλα παιδιά που έρχονται για να δουλέψουν ή να συμβουλευτούν, αφού ουσιαστικά γίνεται ένα μόνιμο σεμινάριο για την προετοιμασία της Καλών Τεχνών.

Αν το δούμε στη μεγάλη εικόνα, δεν υπάρχει μεγάλη άνεση στην εποχή μας. Η Ελλάδα είναι δύσκολη και στην αγορά τέχνης και στις ευκαιρίες σε αυτόν τον τομέα. Δηλαδή, η αγορά τέχνης έχει πεθάνει, και λειτουργεί πλέον μόνο με συλλέκτες. Είναι πολύ πιο εύκολη η αλλαγή βάσης ενός καλλιτέχνη, αφού κάποιος μπορεί να βγει στο εξωτερικό, να δουλεύει και να έχει πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο από το να δουλεύει στην Αθήνα ή στην Καλαμάτα.

Οπότε δεν πιστεύω ότι είναι μια εύκολη εποχή για τις τέχνες, αλλά ποτέ δεν ήταν κιόλας! Θέλω να πω ότι η εικαστική τέχνη πάντοτε ήταν παραμερισμένη, εκτός από όταν ήταν στρατευμένη. Ήταν, δηλαδή, αριστοκρατική και ήταν καλή από βιοποριστικής άποψης. Όμως, τότε δεν υπήρχε προσωπική δημιουργία. Όταν υπάρχουν κρίσεις (υγειονομικές, οικονομικές), ένας καλλιτέχνης μπορεί να εκφραστεί καλύτερα, γιατί συγκεντρώνεται και ο άλλος κόσμος στον άνθρωπο, ενώ στην καθημερινότητα χάνεται, αφού μπαίνουν άλλες προτεραιότητες και κατά κύριο λόγο οι υλικές του ανάγκες.

-Τι είναι αυτό που εισπράττεις προσωπικά από τη ζωγραφική;

Είναι ψυχοθεραπεία, πρώτα απ’ όλα, για όποιον ασχολείται και σε όποιο επίπεδο το κάνει. Προσωπικά, με βοηθάει με κάποιον τρόπο να βγάλω στην επιφάνεια τους «δαίμονές» μου, με την έννοια όλων αυτών που με απασχολούν στην καθημερινότητα. Δημιουργώ έναν κόσμο δικό μου, γιατί η ζωγραφική δεν έχει κανόνες όπως η μουσική ή ο χορός. Είναι καθαρά ένα μέσο έκφρασης που ξεκινά είτε από ερεθίσματα της καθημερινότητας είτε από καθαρά οπτική διέγερση, το οποίο είναι κάτι που προσπαθώ να μοιραστώ με το θεατή.

Το «Εργαστήρι Ζωγραφικής Μανωλακάκης» λειτουργεί στην οδό Λακωνικής 74 στην Καλαμάτα.

-Σε ποιους απευθύνεται το εργαστήρι ζωγραφικής;

Επειδή θέλω να βοηθήσω τα παιδιά που θα ήθελαν να εισαχθούν στη Σχολή Καλών Τεχνών, λειτουργούμε όλο το καλοκαίρι. Παράλληλα, στο χώρο μπορούν να έρθουν και να δουλέψουν από μικρά παιδιά μέχρι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας με ενδιαφέροντα γύρω από τη ζωγραφική. Φέτος χαρακτηριστικά έρχονταν εδώ παιδιά από δευτέρα Δημοτικού μέχρι άνθρωποι 83 ετών, που είχαν πολλή αγάπη για την τέχνη, με τους οποίους είχαμε μάλιστα και δημιουργικό διάλογο για διάφορα έργα.

Της Χριστίνας Μανδρώνη


Βιογραφικό

Γεννημένος στην Καλαμάτα το 1994, ο Ανδρέας Μανωλακάκης είναι αριστούχος απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ζει στην Καλαμάτα, όπου εργάζεται στον εικαστικό τομέα. Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά και εθελοντικά σε πολιτιστικές δομές με ομάδες όλων των ηλικιών, καθώς και με ομάδες ΑμεΑ.

Έχει πάρει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στη Θεσσαλονίκη, στo πλαίσιo των σπουδών του, όπως στην έκθεση «Ενδείξεις» με το Α’ Εργαστήριο Ζωγραφικής στην γκαλερί “Artis Causa”, αλλά και μετέπειτα, όπως στην έκθεση “In Art” στην γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου. Το 2018 οργάνωσε την α’ ατομική του έκθεση ζωγραφικής στο Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας.

Το 2023 πήρε μέρος στις εκθέσεις:

• «ΤΡΑΥΜΑΤΑ: Το πιο ΒΑΘΥ σου ΤΡΑΥΜΑ» στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Τσιχριτζή

•«Βήματα και Πορείες» στην Chili Art Gallery

• «Μελάνι σε χαρτί 6» στην Chili Art Gallery

•«Χρώμα σε νερό 6» στην Chili Art Gallery

•«Το ιερό δέντρο της Ελιάς» στο Κέντρο Δημιουργικού Ντοκιμαντέρ Καλαμάτας.

•«Terra Oliva Project» στο Οχυρό Συγκρότημα Τρουπάκηδων-Μούρτζινων.

Έχει παρακολουθήσει το μεταπτυχιακό επιμορφωτικό σεμινάριο «Θεραπεία μέσω της Τέχνης με έμφαση στα εικαστικά» του Πανεπιστημίου Αιγαίου.