Προχθές βρέθηκα σε μια παρουσίαση βιβλίου. Δεν το συνηθίζω, αλλά με τράβηξαν το θέμα, ο τίτλος του βιβλίου και λίγο η συγγραφέας. Ένα θέμα γεμάτο φως, σε μια κατάμαυρη αίθουσα όμως.
Το πιο φωτεινό που συνέβη σε αυτή τη μαύρη αίθουσα ήταν όταν ανέβηκε ο 17χρονος Γιώργος Σεντεμέντες, ο «Εισαγγελέας», όπως τον ξέρουμε εδώ στην Καλαμάτα, που ραπάρει ασταμάτητα και γράφει στίχους για τα όνειρα της γενιάς του, μιας γενιάς που δεν πρέπει να σταματήσει να ονειρεύεται, μια γενιάς που, δυστυχώς, δεν ακούμε και απλά παρακολουθούμε εμείς οι μεγάλοι.
Ο «Γιώργης», λοιπόν, όπως τον προσφώνησε ο δήμαρχος, και η συγγραφέας που ήταν ντυμένη στα λευκά, ήταν το φως της παρουσίασης, γιατί χρειαζόταν φως σε αυτή τη σκοτεινή αίθουσα.
Προσπάθησα να καταλάβω το περιεχόμενο του βιβλίου έχοντας στο μυαλό μου τη δική μου εφηβεία πριν από αρκετά χρόνια και την επικοινωνία που είχα με τους γονείς μου. Τα ίδια όνειρα είχαμε, απλά εμείς δεν επικοινωνούσαμε έτσι, δε ραπάραμε δηλαδή, είχαμε άλλους τρόπους και πολλές φορές δεν επικοινωνούσαμε και καθόλου. Κάποιοι κουβαλάμε ακόμα τα όνειρά μας. Αλλάζουν οι εποχές κι αυτό που μένει σε εμάς που γίναμε γονείς, είναι να ακούμε τα παιδιά μας, είτε όταν «ραπάρουν» είτε όταν παίζουν «μπουζούκι». Να τα ακούμε καλά. Αγάπη, αποδοχή και τη σιγουριά ότι είναι ξεχωριστά το κάθε ένα. Αν το καταφέρουμε αυτό, ίσως τότε να γίνουν διαφορετικά τα πράγματα. «Δικά μας παιδιά» είναι άλλωστε.

Η συγγραφέας με τα λευκά είναι η κυρία Σοφία Νικολαΐδου και κρατώ κάτι από τα γραφόμενά της: «Οι γονείς έχουν πάντα την αίσθηση ότι προστατεύουν τα παιδιά τους. Αλλά υπάρχουν τόσα που δεν ξέρουμε, και μας προστατεύει πάρα πολύ ως γονείς. Είναι πολλές οι φορές που λέμε, συζητώντας στις παρέες μας, αν το ήξερε αυτό η μάνα μου, θα είχε πηδήξει. Αυτό νομίζω ότι ισχύει σε κάθε γενιά, και τα παιδιά φροντίζουν κάποια πράγματα να μην τα υποψιαστούν οι γονείς. Όχι να μην τα μάθουν, να μην τα υποψιαστούν καν».
Καλοτάξιδο το βιβλίο (δεν κατάλαβα ποτέ γιατί το λέμε αυτό) και εύχομαι τα παιδιά μας να είναι μέσα στο χρώμα, κάτι σαν ουράνιο τόξο μετά την μπόρα.
Κλείνω τις σκέψεις μου με τη ραπ. Η ραπ (rap) είναι κυρίως αφροαμερικάνικo μουσικό είδος, που ξεκίνησε να γνωρίζει άνθιση στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Έχει τις ρίζες της στην αφρικανική μουσική, την οποία έφεραν με τη βίαιη εκδούλευση και μετέπειτα μετακίνησή τους οι μαύροι στην Αμερική. Ετυμολογικά η λέξη “rap” σημαίνει «χτυπώ». Πρόκειται για είδος που δίνει έμφαση στους στίχους (ρίμες) και στο περιεχόμενο αυτών, ενώ η μουσική συνήθως είναι συνοδευτική και δευτερεύουσας μέριμνας. Οι στίχοι, αυτοσχέδιοι στην καθημερινή έκφραση, αλλά επεξεργασμένοι στις παραγωγές, δεν τραγουδιούνται, αλλά απαγγέλλονται με ιδιαίτερο, ρυθμικό τρόπο, ενώ η μουσική δανείζεται στοιχεία από τη soul, την τζαζ, όπως και από άλλα ποικίλα μουσικά ρεύματα.
Αρκετοί καλλιτέχνες της ραπ έχουν υιοθετήσει λυρικό και ποιητικό ύφος γραφής. Ωστόσο, η σύγχρονη ποπ ραπ βασίζεται πλέον πολύ και σε τραγουδιστά ρεφρέν, ενώ δίνεται περισσότερη έμφαση στο ρυθμό και την παραγωγή σε σχέση με τους πρωταρχικούς δίσκους του είδους, κάτι που βρίσκει αντίθετους τους οπαδούς της street rap (ραπ του δρόμου).
Αυτά τα λίγα ραπ και λαϊκά λόγια… το ρυθμό θα τον βρείτε εσείς. Τα λέμε πάλι…
Του Κώστα Δεληγιάννη